Ὁ Παπουλάκος, ὅταν μιλοῦσε στόν λαό γιά τά ἔργα πού ἀντέχουν στή δοκιμασία τῆς φωτιᾶς, χρησιμοποιοῦσε μιά ζωντανή παραβολή: «Ἕνας εἶχε τρεῖς φίλους, πού θυσιαζόταν γι’ αὐτούς. Κάποτε, ὅμως, ὁ ἴδιος ἔτυχε νά κατηγορηθεῖ, νά συρθεῖ στά δικαστήρια καί νά κινδυνεύσει νά καταδικαστεῖ. Ἀπό τούς τρεῖς φίλους, ὁ ἕνας ἔμεινε ψυχρός καί ἀδιάφορος, ἀσυγκίνητος μπροστά στήν κρίση τοῦ φίλου του. Ὁ δεύτερος τόν λυπήθηκε, πῆγε μέχρι τήν πόρτα τοῦ δικαστηρίου, ἀλλά δέν τοῦ ἐπέτρεψαν νά μπεῖ μέσα κι ἔφυγε. Ὁ τρίτος, ὅμως, ἀγωνίστηκε γιά τή σωτηρία τοῦ φίλου του. Παρουσιάστηκε ὁ ἴδιος ὡς μάρτυρας ὑπεράσπισης καί κατάφερε νά τόν δικαιώσει». «Κι ὁ καθένας μας –ἔλεγε ὁ Παπουλάκος– ἔχει τρεῖς φίλους σ’ αὐτή τή ζωή καί θυσιάζεται γι’ αὐτούς. Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ περιουσία μας, ὁ δεύτερος ἡ οἰκογένειά μας καί ὁ τρίτος τά ἔργα τῆς ἀγάπης μας. Ὅταν, ὅμως, πέφτει ἡ αὐλαία αὐτῆς τῆς ζωῆς καί παρουσιαζόμαστε στό δικαστήριο τοῦ Δικαίου Κριτοῦ, ὁ πρῶτος φίλος μας, ἡ περιουσία μας, μένει ψυχρή καί ἀδιάφορη γιά τήν τύχη μας. Ὁ δεύτερος, οἱ συγγενεῖς καί οἱ φίλοι μας, ἔρχονται μέχρι τόν τάφο μας, ἀλλά, μή μπορώντας νά διαβοῦν πιό πέρα, φεύγουν καί μᾶς ξεχνοῦν. Καί μένει ὁ τρίτος, ἄν ἔχουμε, βέβαια, τέτοιον φίλο. Εἶναι τά ἔργα τῆς ἀγάπης μας, ὄχι ἁπλῶς τά καλά μας ἔργα, ἐκεῖνα πού γίνονται ἀπό καλοσύνη ἤ συμπόνια, γιατί ἔτσι ὑποδεικνύει ἡ συνείδησή μας, ἀλλά ἐκεῖνα πού προέρχονται ἀπό τήν ἀγαπῶσα καρδιά μας, πού ἔγιναν πρός τόν πάσχοντα συνάνθρωπό μας, πρός τό ὀρφανό, τόν δυστυχισμένο, τόν ἀδικημένο, τόν κουρασμένο, τόν ἀπογοητευμένο, ἐκεῖνον, στό πρόσωπο τοῦ ὁποίου εἴδαμε τόν ἴδιο τόν Θεό».
Ἀρχιμ. Ἐ. Οἰκ
Ἡ «ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ»
ETOΣ 73ον 10 Αὐγούστου 2025 APIΘ. ΦΥΛ. 32 (3767).